Η Φυσαρμονικα που Καταφερε να Περασει τα Συνορα

Είναι πρωί. Παρ’ όλα αυτά, όλη η κατασκήνωση είναι στο πόδι, και η συνεχής αυτή κίνηση είναι παρούσα και στους ήχους. Όλο το βράδυ κατεύθαναν πούλμαν γεμάτα ανθρώπους, και τώρα που ξημέρωσε όλοι αυτοί οι άνθρωποι συναντιούνται για πρώτη φορά στο φως της ημέρας. Οι εθελοντές βρίσκονται σε δύο και τρία πόστα ταυτόχρονα για να καλύψουν όλες τις ανάγκες. Το τελειωτικό πλήγμα έρχεται με την είδηση πως σε λίγο θα ανοίξουν τα σύνορα.

Φωνές, στα ελληνικά και τα αραβικά και τα φαρσί, σε διάφορες βαθμίδες κούρασης και συναισθηματικής φόρτισης, παιδικά γέλια και κλάματα, ποδοβολητά, μηχανές αυτοκινήτων και γεννήτριες συνθέτουν μία περίπλοκη σονάτα: μία ωδή στο Ταξίδι.

Και όμως, ένας ήχος ξεχωρίζει μέσα από το συνονθύλευμα, σαν την ακτίνα του ήλιου που διαπερνά το πέπλο των συννέφων μία βροχερή ημέρα. Τι είναι; Αρχικά μοιάζει με το τρίξιμο μίας πόρτας που την ανοιγοκλείνει ο άνεμος. Ακολουθούμε τα αφτιά μας. Ίσως είναι τα φρένα κάποιας αμαξοστοιχίας στο σιδηρόδρομο που περνά δίπλα από τις σκηνές… Όχι, έρχεται ανάμεσα από τις σκηνές.

Φτάνοντας κοντά, μπορώντας πλέον να συνδυάσουμε όραση και ακοή, καταφέρνουμε να ταυτοποιήσουμε την πηγή του ήχου: μία φτηνή φυσαρμόνικα.

Το παιδί που την κρατά, όχι πάνω από έξι ετών, εισπνέει και εκπνέει με όση δύναμη έχουν τα πνευμόνια του μέσα στο μουσικό όργανο. Κανείς δεν του δίνει προσοχή, κάτι που μοιάζει να ενθαρρύνει το αγοράκι το οποίο φουσκώνει και ξεφουσκώνει χωρίς να απευθύνει κάπου συγκεκριμένα τη φασαρία του. Σαν να θέλει να φωνάξει, να εκτονώσει την παιδική, αποπροσανατολισμένη αγανάκτησή του μέσα από το φίλτρο του τενεκεδένιου οργάνου. Κανείς δεν ακούει τις φωνές του. Ή ίσως όλοι να τις ακούνε, μα να ντρέπονται να ενώσουν και τις δικές τους φωνές με αυτή του μικρού.

Το αγόρι κουράζεται, και καταφεύγει στη σκηνή όπου μένουν προσωρινά οι γονείς και τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του. Η κατασκήνωση συνεχίζει να είναι πολύβουη, μα είναι σχεδόν ορατό το κενό που άφησε η απόσυρση της φυσαρμόνικας…

Ή ίσως όχι! Ένας άλλος, πιό διστακτικός ήχος έρχεται να γεμίσει τον άδειο χώρο. Είναι πάλι ο ήχος μίας φυσαρμόνικας, μα αυτή εδώ δεν φωνάζει, ούτε ακούγεται θυμωμένη. Η νιόφερτη αυτή φυσαρμόνικα αναρωτιέται. Αφήνει παύσεις, ύστερα ρωτά την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά. Ψάχνει μία ειλικρινή απάντηση. Και η ερώτηση που θέτει η φυσαρμόνικα σε εμάς και σε όλους τους ακροατές της στο κέντρο φιλοξενίας προσφύγων Ειδομένης είναι, προς έκπληξη όλων, μία αισιόδοξη ερώτηση.

Τη φυσαρμόνικα αυτή την κρατά ένα κορίτσι. Έφηβη, με απλά ρούχα. Το πρόσωπό της δεν μοιάζει με τα πρόσωπα των προσφύγων, αλλά η στάση της δεν μοιάζει με αυτή των Ελλήνων εθελοντών. Από που ήρθε; Δεν έχει σημασία, είναι εδώ. Μόνη της ενδιάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους, ένα νησάκι, μία γέφυρα.

Το αγόρι με την τενεκεδένια φυσαρμόνικα ακούει το κάλεσμα της φυλής του. Με φανερή την περιέργεια στα μάτια, ξεπροβάλλει από τη σκηνή. Στο χεράκι του κρατά σφιχτά το πολύτιμο όργανο. Η κρυφή αισιοδοξία στην ερώτηση της φυσαρμόνικας μοιάζει να τον αγγίζει, καθώς παρατηρεί την κοπέλα από την κορυφή ως τα νύχια.

Το κορίτσι και το αγοράκι βρίσκονται σε απόσταση δέκα βημάτων, και καθώς εκείνη συνεχίζει το τραγούδι της, πιάνουμε τους εαυτούς μας να κρατάμε την ανάσα στο πως θα εκτυλιχθεί αυτή η αλλόκοτη συνάντηση. Όντως, πολύς κόσμος έχει μαζευτεί γύρω και παρατηρεί. Όλοι από μακριά, δήθεν αδιάφορα, μη θέλοντας να γρουσουζέψουν με την παρουσία τους τη συνέχεια. Η κοπέλα επαναλαμβάνει την ερώτησή της, τώρα απευθύνοντάς την συγκεκριμένα στο αγόρι.

Και ξαφνικά, καθώς η προσμονή του κοινού αρχίζει να γίνεται αβάσταχτη, έρχεται η αναμενόμενη ανατροπή. Το προσφυγόπουλο αφήνει ένα εγκάρδιο γελάκι -αχα!- και σηκώνει και τη δική του φυσαρμόνικα στα χείλη. Φυσάει, και το συναίσθημα που αφήνει από τα πνευμόνια του δεν είναι θυμός· είναι καλωσόρισμα.

Η κοπέλα χαμογελά και ανταποδίδει μερικές νότες στην κλίμακα της ντο, κάνοντας ένα βήμα μπροστά. Το αγόρι έχει φυσικά κάποιες ερωτήσεις, τις οποίες εκφράζει με δύο κοφτά φυσήματα και ένα μακρόσυρτο. Η κοπέλα απαντά με μερικές ακόμη νότες, και καλύπτει λίγη ακόμη απόσταση με μία δρασκελιά.

Κάπως έτσι συνεχίζεται η συζήτηση: με ερωτήσεις και απαντήσεις, και σε κάθε μουσική ανταλλαγή η απόσταση μεταξύ των δύο ανθρώπων μειώνεται. Όλως περιέργως, κοιτώντας γύρω μας συνειδητοποιούμε πως κι εμείς έχουμε έρθει πιό κοντά παρακολουθώντας το γεγονός. Ποιοι από εμάς είμαστε Έλληνες και ποιοι ήρθαμε από τη Μέση Ανατολή; Ποιοι αφήσαμε τα σπίτια μας εξαναγκασμένοι από φτώχεια και πόλεμο, και ποιοι από επιλογή για να βοηθήσουμε συνανθρώπους; Δεν θυμόμαστε πια. Κοιταζόμαστε, ύστερα κοιτάζουμε με ευλάβεια τους δύο οργανοπαίκτες να μιλούν την παράξενη γλώσσα τους. Δεν έχει σημασία από που είμαστε και που πηγαίνουμε. Για αυτά τα λίγα λεπτά απλώς είμαστε εδώ, μάρτυρες όλοι εξίσου μίας σπάνιας περίστασης. Τα σύνορα είναι ανοιχτά, και διασχίζοντάς τα και από τις δύο πλευρές, συναντηθήκαμε κάπου στο ενδιάμεσο.

 

 

___________________________________________

 

Από τις 19 μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου ακολούθησα μία ομάδα καλλιτεχνών στα σύνορα Ελλάδας/Σκοπίων, όπου και έλαβε χώρο μία διαμαρτυρία ενάντια στο κλείσιμο των συνόρων. Το σύνθημα που ακούστηκε περισσότερο αυτές τις ημέρες ήταν “Open Borders”, ή “Ανοιχτά σύνορα”.

Η παραπάνω ιστορία, δύο ανθρώπων που έσπασαν τα σύνορα της γλώσσας, της κουλτούρας και του χρώματος με λίγη απλοϊκή μουσική, ήταν κατά μία έννοια ο,τι κοντινότερο έχω ζήσει στην ιδέα των ανοιχτών συνόρων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Time limit is exhausted. Please reload CAPTCHA.